Σημείο 4 άρθρου 12 – Προσφορές
Υπάρχει πλήρης συμφωνία ως προς το πνεύμα της ρύθμισης, δηλαδή την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι οι προσφορές τεκμηριώνουν πραγματικό και ουσιαστικό ανταγωνισμό στην αγορά του συγκεκριμένου επενδυτικού αγαθού ή έργου. Ωστόσο, η παρούσα διατύπωση του σημείου αφήνει σημαντικό περιθώριο υποκειμενικής ερμηνείας κατά την εφαρμογή του.
Ειδικότερα, έννοιες όπως «σοβαρές και επαρκώς αιτιολογημένες ενδείξεις», «ουσιώδης ταύτιση», «κοινά σφάλματα» ή «εύλογη αμφιβολία» δεν εξειδικεύονται με σαφή και μετρήσιμο τρόπο. Ως αποτέλεσμα, ο κάθε αξιολογητής είναι πιθανό να προσεγγίζει διαφορετικά το ίδιο πραγματικό περιστατικό, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ανομοιόμορφη εφαρμογή της διάταξης και, κατ’ επέκταση, σε κίνδυνο άνισης μεταχείρισης των δικαιούχων.
Παράλληλα, η δυνατότητα αναζήτησης πρόσθετων διευκρινίσεων, αν και εύλογη ως μηχανισμός ασφαλείας, είναι πιθανό να επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη χρονοβόρα διαδικασία αξιολόγησης, ιδίως αν δεν υπάρχουν προκαθορισμένα και ενιαία κριτήρια ενεργοποίησής της.
Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη φαίνεται να εισάγεται ως απάντηση σε παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί κατά τη διενέργεια ελέγχων, κρίνεται σκόπιμο να οριοθετηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής της, ώστε να καλύπτει συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα περιστατικά που πράγματι δημιουργούν υπόνοιες έλλειψης ανεξαρτησίας, χωρίς να γενικεύεται σε βαθμό που να δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου.
Τέλος, σε πρακτικό επίπεδο, παρότι είναι θεμιτή η παραδοχή ότι ο υποψήφιος δικαιούχος θα αναζητήσει περισσότερες της μίας προσφορές από την αγορά, στην πράξη αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε με τρόπο που να διασφαλίζει την πληρότητα και την ορθότητα των προσφορών. Συχνά ο δικαιούχος απευθύνεται σε συγκεκριμένο προμηθευτή για συγκεκριμένο εξοπλισμό ή λύση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις το βάρος συγκέντρωσης και ελέγχου συγκρίσιμων και επαρκών προσφορών μεταφέρεται τελικά στον μελετητή, ως πρόσθετο διοικητικό έργο. Για τον λόγο αυτό, είναι κρίσιμο το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο να προβλέπει αντικειμενικά, σαφή και εφαρμόσιμα κριτήρια ελέγχου.
Μια διατύπωση που ίσως θα βοηθούσε στην κατεύθυνση της αντικειμενικότητας είναι :
ως μη ανεξάρτητες θεωρούνται οι προσφορές όταν διαπιστώνεται ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα άμεσα αντικειμενικά στοιχεία:
α) ίδιος Α.Φ.Μ. εκδότη,
β) ίδια διεύθυνση έδρας ή υποκαταστήματος,
Πέραν των ανωτέρω, προσφορές δύνανται να χαρακτηριστούν ως μη ανεξάρτητες μόνο εφόσον διαπιστώνονται τουλάχιστον δύο έμμεσες αντικειμενικές ενδείξεις, ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένες, όπως ιδίως:
α) ουσιώδης ταύτιση μορφοτύπου, διάρθρωσης ή λεκτικού περιεχομένου
β) ταυτόσημες τεχνικές περιγραφές ή κοστολογικές αναλύσεις που δεν δικαιολογούνται από τη φύση του αντικειμένου,
γ) κοινά σφάλματα, παραδρομές ή ιδιαίτερες ιδιομορφίες σύνταξης,
δ) ενδείξεις αναπαραγωγής, φωτοαντιγραφής ή μη αυτόνομης κατάρτισης του εγγράφου,
Η απόρριψη προσφοράς ως μη ανεξάρτητης δεν μπορεί να στηρίζεται σε μία μόνο γενική ή αόριστη παρατήρηση, ούτε σε συνήθη εμπορικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά που δικαιολογούνται από τη φύση του αντικειμένου ή από την πρακτική της αγοράς